Λευκωσία, Ξενοδοχείο Χίλτον, Πέμπτη 10 Μαΐου 2007
Κυρίες και κύριοι,
Φίλες και φίλοι,
Επιτρέψτε μου όμως πρώτα απ’ όλους να ευχαριστήσω τους δύο σημαντικούς Ελλαδίτες πολιτικούς που είναι σήμερα κοντά μας:
Τον κ. Δημήτρη Αβραμόπουλο, σημερινό Υπουργό Υγείας της Ελλάδας, πρώην διπλωμάτη και άριστο γνώστη των εθνικών μας θεμάτων. Έναν καλό φίλο της Κύπρου, αλλά και δικό μου, που με την ιδιότητα του Δημάρχου Αθηναίων τότε, κατά την ενταξιακή πορεία της Κύπρου, έπαιξε τον δικό του, ιδιαίτερα σημαντικό διεθνή ρόλο στην πανεθνική μας προσπάθεια.
Αλλά και τον κ. Ευάγγελο Βενιζέλο. Επί πολλά χρόνια Βουλευτή και Υπουργό, μία από τις πιο δυναμικές προσωπικότητες της ελληνικής πολιτικής ζωής. Με τον κ. Βενιζέλο μάς συνδέει μια πολύχρονη φιλία. Μια σχέση που ξεκίνησε την εποχή που ήμασταν και οι δύο Κυβερνητικοί εκπρόσωποι και συνεργαζόμασταν στενά για την προβολή των εθνικών μας θέσεων. Στήναμε γραφεία τύπου και μηχανισμούς συντονισμού που βοήθησαν τα μέγιστα στην καλλιέργεια του θετικού κλίματος που τελικά επικράτησε απέναντι σε εμάς και τις θέσεις μας.
Θέλω να τους ευχαριστήσω και τους δύο για την τιμή που μου κάνουν σήμερα, όπως φυσικά θέλω να ευχαριστήσω και τον έγκριτο δημοσιογράφο κ. Πάρη Ποταμίτη, ο οποίος με το κύρος και την εμπειρία του, αλλά και την προσωπική γνώση πολλών από τα γεγονότα, ανέλαβε το συντονισμό της σημερινής παρουσίασης.
Αγαπητοί φίλοι,
Όταν κάποιος πολιτικός γράφει ένα βιβλίο, η άποψη που κυριαρχεί στους πολιτικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους, είναι ότι μέσω του βιβλίου του ο συγγραφέας θέλει να προβάλλει τη δική του εικόνα των πραγμάτων. Αναμφίβολα, αυτός είναι ένας λόγος. Όχι όμως ο μόνος. Και τουλάχιστον σε ό,τι αφορά εμένα, όχι ο σπουδαιότερος.
Ανήκω σε εκείνους που πιστεύουν ότι η ένταξή μας στην Ε.Ε. ήταν για την ιστορία της Κύπρου μας η πιο σημαντική μέρα μετά την ανεξαρτησία της το 1960, και ασφαλώς η μόνη της πραγματική νίκη μετά την εισβολή του 1974.
Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση σηματοδοτεί, ή καλύτερα οφείλει να ορίζει, την έναρξη μια νέας εποχής. Παράλληλα είναι το σημείο αναφοράς μιας νέας Κύπρου. Μιας Κύπρου δυναμικής, αισιόδοξης και ισχυρής. Μιας Ευρωπαϊκής χώρας που μπορεί να πετυχαίνει ψηλούς στόχους και να παίζει τον δικό της διεθνή σημαντικό ρόλο.
Της Κύπρου που κερδίζει!
Η Πολιτική πλατφόρμα, η πολιτική φιλοσοφία, αλλά και η έντονη πολιτική και διπλωματική προσπάθεια που χαρακτήρισε την ενταξιακή μας πορεία, δεν εξαντλήθηκε το Δεκέμβρη του 2002 στην Κοπεγχάγη. Αντίθετα η Κοπεγχάγη ήταν απλά η κατάληξη.
Από την πολιτική εκείνης της περιόδου αντλούμε ακόμα και σήμερα συμπεράσματα, επιχειρήματα και διδάγματα, θετικά ή αρνητικά.
Έγραψα λοιπόν για τα γεγονότα όπως εγώ τα έζησα. Για τις πολιτικές που ακολουθήθηκαν, για τα αποτελέσματα και τις αντιδράσεις, για τις απόψεις που υποστηρίξαμε και τις κριτικές που ασκήθηκαν. Για το πως εγώ προσωπικά βίωσα τον δικό μου ρόλο στην συντονισμένη και πολυεπίπεδη προσπάθεια πολλών ανθρώπων σε Κύπρο και Ελλάδα, προκειμένου να πετύχουμε. Στόχος μου ήταν να περιγράψω το τι συνέβη για να αντλήσουμε εμπειρίες, κατευθύνσεις και σχέδια για το μέλλον.
Θέλω να διευκρινίσω ότι το βιβλίο αυτό, είναι ένα βιβλίο για την πολιτική. Δεν αφορά πρόσωπα, προσωπικές συμπεριφορές και πολιτικές διενέξεις. Εξάλλου, η ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν είναι επιτυχία ενός ανθρώπου ή μίας παράταξης. Είναι επιτυχία ενός ολόκληρου λαού, ο οποίος μέσα σε συνθήκες πρωτοφανούς δυσκολίας πέτυχε ένα στόχο που φαινόταν σχεδόν ακατόρθωτος.
Δεν πτοηθήκαμε όμως. Παίξαμε το διεθνές παιγνίδι σε ένα ξένο για εμάς γήπεδο και κερδίσαμε.
Ο ρόλος των προσώπων ασφαλώς και δεν ήταν αμελητέος. Ήταν ευτύχημα για την Κύπρο το γεγονός ότι το διάστημα των διαπραγματεύσεων, αλλά και γενικότερα εκείνη την περίοδο, λειτουργήσαμε υπό την σοφή καθοδήγηση του Γλαύκου Κληρίδη. Ενός προέδρου που όχι μόνο επέτρεπε, αλλά επιδίωκε την πρωτοβουλία από την πλευρά των συνεργατών του. Επιτρέψτε μου να αναφερθώ ειδικά στον πρόεδρο Κληρίδη, στο πλευρό του οποίου έντονα βρίσκεται σήμερα η σκέψη μας, κατά τις κρίσιμες οικογενειακές στιγμές που περνά.
Όπως ήταν σημαντική και ιδιαίτερα αποτελεσματική η συνεισφορά του Προέδρου Γιώργου Βασιλείου, που είχε την ευθύνη του συντονισμού και της διαπραγμάτευσης των κεφαλαίων. Η τεράστια επιτυχία στην εναρμόνιση αποτέλεσε για μας κορυφαίο όπλο στις πολιτικές διαπραγματεύσεις. Αναγκαία βέβαια ήταν και η στήριξη και η συμπόρευση όλων των Κυπριακών πολιτικών κομμάτων, που αντιλήφθηκαν και βοήθησαν σε όλα τα επίπεδα τον στόχο της ένταξης.
Το αντικείμενο του βιβλίου όμως είναι όχι τα πρόσωπα, αλλά οι πολιτικές. Γι’ αυτό και η έμφαση δίνεται στις διαστάσεις της πολιτικής μας, στις δυνατότητες και τις αδυναμίες μας, καθώς και το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινηθήκαμε.
Αυτό το τελευταίο, τη διερεύνηση του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο κινούμαστε, φοβάμαι ότι το χρειαζόμαστε και σήμερα σε μεγάλο βαθμό.
Είναι άλλωστε πολλές οι περιπτώσεις που κινηθήκαμε χωρίς να έχουμε πλήρη εικόνα του ευρύτερου γεωπολιτικού περιβάλλοντος, με αρνητικές τις περισσότερες φορές συνέπειες. Όταν λειτουργήσαμε με στερεότυπα και έτσι βυθιστήκαμε στην απομόνωση και την περιχαράκωση, περιορίζοντας τις δυνατότητές μας.
Η πολιτική μας την περίοδο της ένταξης ήταν μια από τις περιόδους εκείνες που δείξαμε το άλλο, το αποτελεσματικό μας πρόσωπο. Που ξεπεράσαμε τις «παιδικές ασθένειες» και τα στερεότυπα της πολιτικής μας ζωής και ανταποκριθήκαμε στις απαιτήσεις ενός δύσκολου εγχειρήματος.
Στη σημερινή πολιτική, η ταχύτητα των εξελίξεων συχνά μας κάνει να ξεχνάμε την εξέλιξη των γεγονότων. Θυμόμαστε μόνο την τελευταία εικόνα, και συχνά λησμονούμε πώς ξεκίνησαν τα γεγονότα, τι προηγήθηκε. Το πόσο αρνητικό ήταν το κλίμα και πόσο ξεκάθαρη και κάθετη εναντίον της δικής μας ένταξης, ήταν η τοποθέτηση κορυφαίων Ευρωπαϊκών χωρών.
Όμως για να αξιολογήσουμε, να κρίνουμε, να προσδιορίσουμε τις μελλοντικές δράσεις είναι χρήσιμη η συνολική εικόνα του τι έγινε. Και αυτή την εικόνα προσπάθησα να δώσω στο βιβλίο που σήμερα παρουσιάζεται.
Την περίοδο της ενταξιακής διαδικασίας επαναπροσδιορίσαμε, αποσαφηνίσαμε και αναπροσαρμόσαμε τους στόχους και τον τρόπο άσκησης της εξωτερικής μας πολιτικής.
Η Κύπρος, έπαψε να επικαλείται διαρκώς τις ιδιαιτερότητές της ή να παραπονιέται συνεχώς για τις «αδικίες» που υφίσταται από τους ισχυρούς. Σταμάτησε η χώρα μας να τροφοδοτεί την εσωστρέφεια, τον ωχαδελφισμό και την αμυντική ψυχολογική περιχαράκωση.
Σχεδιάσαμε μια σαφή στρατηγική, δημιουργήσαμε ισχυρούς συμμάχους και συνεργαστήκαμε στενά κυρίως με την Ελλάδα. Μοιράσαμε ρόλους και δείξαμε προς τα έξω ενότητα και ομοψυχία. Στις σχέσεις μας με την Ελλάδα, η οποία αποτελεί πάντα το μεγαλύτερο στήριγμά μας ακολουθήσαμε και διαφυλάξαμε σαν κόρη οφθαλμού το δόγμα του «συναποφασίζουμε».
Το παρελθόν μάς είχε διδάξει ότι πολλά λάθη έγιναν στη διαχείριση του Κυπριακού όταν «άλλα εσυμφωνούντο στην Αθήνα και άλλα επράττοντο στη Λευκωσία». Στο λάθος αυτό δεν επρόκειτο να πέσουμε. Και είχαμε την απόλυτη στήριξη της Ελληνικής Κυβέρνησης. Σε σημείο που ρίσκαρε η Ελλάδα πολύ σημαντικά πράγματα προκειμένου να πετύχουμε μαζί την ένταξη της Κύπρου.
Αυτό οφείλουμε να το αναγνωρίζουμε σε ανθρώπους όπως ο Κώστας Σημίτης, ο Θεόδωρος Πάγκαλος, ο Γιώργος Παπανδρέου, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, αλλά και ο Κώστας Καραμανλής.
Στρατηγική μας επιδίωξη ήταν να δείξουμε ότι επιδιώκουμε τη λύση του Κυπριακού με βάση τα ψηφίσματα του ΟΗΕ, και ότι η ευθύνη για τη μη επίλυση του προβλήματος ανήκε στην τουρκική πλευρά. Έτσι, εμείς θα μπορούσαμε να επιδιώξουμε την ένταξή μας ακόμα και χωρίς λύση του προβλήματος.
Εντάξαμε το ζήτημά μας μέσα στην γενική πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έτσι ώστε να αποτελέσει θέμα μιας ευρύτερης διαδικασίας επίλυσης διαφορών και όχι απλή διμερή σύγκρουση, όπως εδώ και δεκαετίες επιδιώκει η Τουρκία.
Κινηθήκαμε σε όλη την προενταξιακή διαδικασία με αυτοπεποίθηση. Όπου χρειάστηκε να συγκρουστούμε το πράξαμε. Όπου χρειάστηκε να πιέσουμε το κάναμε, χωρίς δισταγμό. Όπου χρειάστηκε να επιστρατεύσουμε την πολυθρύλητη ελληνική εφευρετικότητα, το πετύχαμε.
Και είχαμε το αποτέλεσμα που θέλαμε: Μέσα σε λιγότερα από 30 χρόνια, η Κύπρος μας, παρά τις πληγές της εισβολής και της κατοχής, παρά το δράμα της προσφυγιάς και την τραγωδία της απώλειας εδαφών, πέτυχε το στόχο της!
Ξεπέρασε τις δυσκολίες και βρήκε τη θέση της στη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια!
Εξασφαλίσαμε για τη χώρα μας το μεγαλύτερο στρατηγικό πλεονέκτημα που είχε ποτέ στην ιστορία της!
Φίλες και φίλοι,
Το ότι στο βιβλίο μου δεν αναφέρομαι σε γεγονότα και κρίσεις που ακολούθησαν την ένταξη δεν είναι τυχαίο. Το βιβλίο άλλωστε γράφτηκε το καλοκαίρι του 2003, με βάση τα όσα έρχονταν αβίαστα στο μυαλό μου, αλλά και σημειώσεις που κρατούσα κατά καιρούς. Ήταν μεν τεράστια πολιτική πρόκληση για μένα να το εμπλουτίσω με τις σκέψεις και τις θέσεις μου για όσα έγιναν μετά. Την απέφυγα όμως γιατί θα έχανε την όποια ιστορική σημασία έχει αυτό το σύγγραμμα.
Υπάρχουν δυστυχώς ορισμένοι, που θέλουν να μειώσουν την επιτυχία της ένταξης. Προσπαθούν να μας πείσουν ότι όλα όσα έγιναν ήταν περίπου αυτονόητα. Ότι η ένταξη επετεύχθη μέσω κάποιου «αυτόματου πιλότου» ο οποίος εξασφάλιζε από την αρχή την επιτυχία. Λέχθηκε, χθες μάλιστα, ότι η αξιολόγηση της ένταξης περιορίζεται στην αξία της εισόδου της Κύπρου στο σπίτι της.
Αυτό είναι μια εσφαλμένη, μια επικίνδυνη αντίληψη. Αυτόματοι πιλότοι δεν υπάρχουν στην πολιτική. Και σίγουρα δεν υπάρχουν για μια μικρή χώρα όπως η δική μας. Η πρόοδος και η επιτυχία επιτυγχάνονται με σκληρή δουλειά, με σχέδιο, με πρωτοβουλίες. Στην διεθνή σκακιέρα κανένας δεν σου προσφέρει πράγματα.
Στο διεθνές σκηνικό, οι επιτυχίες κερδίζονται, δεν χαρίζονται.
Γι’ αυτό και το ερώτημα που τίθεται σήμερα είναι κατά πόσο έχουμε αξιοποιήσει την ένταξή μας στην Ε.Ε.. Ποιο είναι σήμερα το Ευρωπαϊκό σχέδιο της Κύπρου; Ποιες πρωτοβουλίες παίρνουμε σε Ευρωπαϊκό επίπεδο; Ποιες είναι οι σχέσεις μας με τους εταίρους μας; Πόσο εκμεταλλευτήκαμε την ένταξη για την ανάπτυξη και την ευημερία του λαού μας;
Φίλες και φίλοι, η Κύπρος είναι Ευρώπη. Αυτό είναι δεδομένο.
Συμπεριφέρεται όμως ευρωπαϊκά; Είναι στον πυρήνα του ευρωπαϊκού κέντρου; Έχει την αμέριστη στήριξη, συμπαράσταση και συμπάθεια των εταίρων της; Αξιοποιεί τη θέση της;
Λυπούμαι που το λέω, αλλά τα τελευταία χρόνια κάνουμε βήματα προς τα πίσω. Μοιάζουμε πολλές φορές σαν ένα μικρό παιδί που ενώ έκανε τα πάντα για να καθίσει στο τραπέζι με τους μεγάλους, όταν τα κατάφερε κάθεται απομονωμένο στη γωνία του, φοβισμένο και καχύποπτο.
Η εξωστρεφής πολιτική των πρωτοβουλιών, των μελετημένων διπλωματικών κινήσεων, των θετικών προτάσεων, της στενής συνεργασίας με τους συμμάχους μας, έχει δώσει τη θέση της σε μία αμήχανη και εσωστρεφή, σε μια μίζερη προσέγγιση.
Είναι κρίμα. Είναι άδικο για τη χώρα μας. Στη σύγχρονη ευρωπαϊκή πολιτική η στασιμότητα και η αδράνεια δεν είναι αρετές, αλλά σημάδια παρακμής. Η στασιμότητα προκαλεί σύγχυση. Και η σύγχυση απογοήτευση, ακόμη και στο λαό μας.
Αυτό διαπιστώνουμε σήμερα, όπου ο σκεπτικισμός απέναντι στους θεσμούς είναι μεγαλύτερος από ποτέ.
Η ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας, της κάθε πολιτικής ηγεσίας, είναι να περιγράψει την επόμενη μέρα. Να προσφέρει όραμα και προοπτική. Να διαμορφώσει το νέο Ευρωπαϊκό όραμα της χώρας μας. Το νέο πατριωτικό όραμα των Κυπρίων.
Ο σύγχρονος πατριωτισμός φίλες και φίλοι, δεν μπορεί να έχει τα χαρακτηριστικά της εθνικιστικής υστερίας.
Πατριωτική πολιτική σήμερα είναι να δημιουργείς τις συνθήκες ώστε να κοιτάζεις το μέλλον με αυτοπεποίθηση.
Πατριωτική πολιτική δεν είναι να χαϊδεύεις τα αυτιά του λαού, αλλά να δουλεύεις για τα συμφέροντά του.
Να αξιοποιείς την Ευρωπαϊκή Ένωση για να δημιουργείς ισχυρή οικονομία και ισχυρή κοινωνία.
Να μετέχεις ενεργά και παρεμβατικά στους διεθνείς συνασπισμούς.
Να κερδίζεις την εκτίμηση των εταίρων σου με την υπευθυνότητα, τη σοβαρότητά και την δημιουργικότητα σου.
Να δημιουργείς θεσμούς διαφάνειας ώστε όλοι οι πολίτες να αισθάνονται ίσοι, παιδιά της ίδιας πατρίδας, της ίδιας ευνομούμενης ευρωπαϊκής Πολιτείας – μακριά από ανατολίτικες νοοτροπίες και αποικιακά κατάλοιπα.
Οφείλουμε να πιστέψουμε στην Ευρώπη.
Γιατί, πολύ φοβάμαι, αν δεν πιστέψουμε στην Ευρώπη, ούτε αυτή θα πιστέψει σε μας. Και τότε θα έχουμε χάσει όλα τα πλεονεκτήματα της ένταξης.
Πρώτα απ’ όλα, πρέπει να μάθουμε πώς λειτουργούν τα πράγματα στο σύγχρονο ευρωπαϊκό περιβάλλον. Σε μια Ευρώπη που δεν λειτουργεί με «πείσματα» αλλά με διαπραγματεύσεις. Με διάλογο και συνεννόηση. Με δημιουργικές συνθέσεις.
Και αν κάτι πρέπει να εξάγουμε στην Ευρώπη, είναι την εργατικότητα και το ανοικτό μυαλό μας. Το επιχειρηματικό μας δαιμόνιο. Την ικανότητά μας να δημιουργούμε, να πετυχαίνουμε.
Κυρίως όμως, δεν πρέπει να βλέπουμε τους εαυτούς μας σαν τους φοβισμένους, μακρινούς συγγενείς.
Ως Κύπριοι και ως Έλληνες, βαθιά στην ψυχή μας, είμαστε Ευρωπαίοι εδώ και αιώνες. Το θέμα όμως δεν είναι η ηθική ολοκλήρωση αυτού που μαθαίναμε στο σχολείο. Ότι δηλαδή η Κύπρος ανήκει γεωγραφικά στην Μέση Ανατολή, αλλά πολιτιστικά και πολιτικά στην Ευρώπη.
Το θέμα είναι να βρούμε τη θέση που μας αξίζει στην καρδιά της σύγχρονης Ευρώπης.
Και τη θέση αυτή πρέπει να τη βρούμε και να την κατακτήσουμε μόνοι μας. Με τη δράση μας, με την αξία μας, με το σπαθί μας!
Κυρίες και κύριοι,
Φίλες και φίλοι,
Μια Κύπρος ευρωπαϊκή, δημοκρατική, ανοιχτή πρέπει να είναι ο στόχος μας. Μια Κύπρος που θα γεμίζει με αυτοπεποίθηση τους πολίτες της. Μακριά από την αυταρέσκεια, την εσωστρέφεια και την υπεροψία.
Δεν μας ταιριάζει από εκεί που ήμασταν στους κορυφαίους, να τοποθετούμαστε σήμερα στα κατάστιχα των Ευρωπαϊκών στατιστικών, ή ακόμη χειρότερα στις γκρίζες ζώνες της αντίληψης των εταίρων.
Αξίζουμε, εμείς οι Κύπριοι, να μας αντιμετωπίζουν ως ισότιμους συνομιλητές για το μέλλον, όχι σαν εμπόδια από το παρελθόν.
Το πετύχαμε τότε. Κερδίσαμε την ένταξη με το σπαθί μας. Μπορούμε να κερδίσουμε την θέση μας ξανά. Και αν τα πράγματα σήμερα φαίνονται δύσκολα, αναλογιστείτε πόσο αδύνατη φαινόταν η ένταξη στην αρχή. Θυμηθείτε τα «ουδέποτε» που χωρίς περιστροφές μας απευθύνονταν.
Χρειαζόμαστε, σήμερα παρά ποτέ, το ευρωπαϊκό μας όραμα. Ένα όραμα που δεν πρέπει να ξεφτίσει, αλλά να μας εμπνεύσει για τα χρόνια που ακολουθούν.
Κυρίες και κύριοι,
Κλείνοντας, θέλω να επαναλάβω και πάλι ότι το βιβλίο αυτό είναι αφιερωμένο στους λειτουργούς των Υπουργείων Εξωτερικών της Κύπρου και της Ελλάδος. Τους αφανείς ήρωες με τους οποίους δουλέψαμε μαζί πολλά χρόνια για να πετύχουμε το στόχο της ένταξης στην Ε.Ε. Όχι μόνο εγώ, αλλά όλοι οι Κύπριοι και Ελλαδίτες Υπουργοί Εξωτερικών στηριχθήκαμε σε αυτούς για να κερδίσουμε την αντιστροφή του αρνητικού κλίματος.
Η αφιέρωση αυτή ήταν για μένα αυτονόητη υποχρέωση και θέλω με αφορμή τη σημερινή εκδήλωση να τους ευχαριστήσω και πάλι για την άριστη δουλειά τους, τον επαγγελματισμό τους και την αφοσίωση με την οποία υπερασπίζονται τα συμφέροντα των χωρών μας.
Θέλω, όμως, σήμερα να κάνω μία ακόμα αναφορά. Σε έναν πολιτικό που οραματίστηκε την Ευρωπαϊκή Κύπρο και αγωνίστηκε γι’ αυτή, αλλά δυστυχώς, δεν πρόλαβε να δει το όραμα να γίνεται πραγματικότητα: Τον φίλο μου, τον άνθρωπο με τον οποίο επικοινωνούσαμε καθημερινά. Τον Γιάννο Κρανιδιώτη.
Ο Γιάννος ήταν ένας από τους πολιτικούς, στην Ελλάδα και την Κύπρο, που δούλεψαν σκληρά, ίσως περισσότερο από όλους, για το στόχο της Ευρωπαϊκής μας ένταξης. Έμπειρος καθώς ήταν για τα ευρωπαϊκά θέματα, αποτέλεσε, όχι μόνο για μένα, αλλά για την Κύπρο ολόκληρη ένα θερμό συμπαραστάτη, έναν πολύτιμο σύμβουλο. Τον άνθρωπο που μαζί του, καλείσαι να φέρεις σε πέρας την «δουλειά».
Η απώλειά του είναι τεράστια και δυστυχώς, σε μία περίοδο που η υποκρισία και η δημαγωγία περισσεύουν, η απουσία ενός καθαρού μυαλού και μιας ψύχραιμης φωνής, όπως του Γιάννου, γίνεται αντιληπτή ολοένα και περισσότερο.
Αγαπητοί φίλοι,
Όσοι αξιωθήκαμε να συνδέσουμε το όνομά μας με το επίτευγμα της ένταξης, ξέρουμε ότι για να πάει μπροστά αυτή η χώρα, πρέπει να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα χωρίς φόβους, αλλά με πίστη στις δυνατότητες μας, ελεύθερα και δημιουργικά.
Η ένταξή μας στην Ε.Ε. ήταν μια νίκη της αντίληψης του διεθνούς σκηνικού, της σοβαρότητας, του προγραμματισμού. Της υπεύθυνης εξωτερικής πολιτικής. Της συνεργασίας και της σύμπνοιας. Της δυνατότητας να εξασκήσουμε πραγματική επιθετική διπλωματία. Της ικανότητας να πείθουμε για τις θέσεις, τις επιδιώξεις και τους στόχους μας.
Ήταν ο θρίαμβος της Κύπρου με στόχο και αυτοπεποίθηση. Της Κύπρου που κερδίζει!
Μια εμπειρία που αποτελεί κατά την δική μου αντίληψη, τη μεγαλύτερη παρακαταθήκη, τον καλύτερο οδηγό για το μέλλον.
Σας ευχαριστώ

