ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΚΑΣΟΥΛΙΔΗΣ
“Μονόδρομος η επιθετική διπλωματία”
«Το 2008, μετά την ολοκλήρωση των εκλογών σε Τουρκία, Κύπρο και Ελλάδα, ανοίγει ένα παράθυρο ευκαιρίας για τη δρομολόγηση εξελίξεων στο Κυπριακό»
Οκτώ μήνες μας χωρίζουν από τις προεδρικές εκλογές στην Κύπρο, οι οποίες θα διεξαχθούν τον Φεβρουάριο του 2008. Οι εκλογές αυτές θεωρούνται καθοριστικής σημασίας και στη Λευκωσία και στην Αθήνα για τις εξελίξεις οι οποίες θα δρομολογηθούν όχι μόνο στο Κυπριακό, αλλά και στις ελληνοτουρκικές και ευρωτουρκικές σχέσεις, όταν θα έχει ολοκληρωθεί ο εκλογικός κύκλος σε Τουρκία, Ελλάδα και Κύπρο. Μέχρι στιγμής, ο μόνος «επίσημος» υποψήφιος είναι ο κ. Κασουλίδης, ο οποίος υποστηρίζεται από τον Δημοκρατικό Συναγερμό (ΔΗΣΥ), αλλά θεωρείται βέβαιο ότι μέχρι το τέλος του μήνα θα έχουν επίσημα ανακοινώσει την υποψηφιότητά τους τόσο ο σημερινός Πρόεδρος κ. Τάσσος Παπαδόπουλος όσο και ο σημερινός Πρόεδρος της Κυπριακής Βουλής και Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ κ. Δημήτρης Χριστόφια.
Με αυτά τα δεδομένα, στις κυπριακές προεδρικές εκλογές θα αναμετρηθούν τρεις ισοδύναμοι υποψήφιοι, με αποτέλεσμα το ενδιαφέρον να εστιάζεται στους δύο οι οποίοι θα καταφέρουν να περάσουν στον δεύτερο γύρο και σε ποιον από τους δύο θα μεταφερθούν οι ψήφοι του τρίτου, ο οποίος θα παραμείνει εκτός.
Ποιο είναι το βασικό συμπέρασμα το οποίο αποκομίσατε από τις επαφές τις οποίες είχατε στην Αθήνα με την πολιτειακή και πολιτική ηγεσία;
Εχω διαμορφώσει μια πιο καθαρή άποψη για τις θέσεις της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας όσον αφορά το Κυπριακό, την Τουρκία, τις σχέσεις Τουρκίας-ΕΕ, αλλά και τον ρόλο της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Διαβλέπω μια κοινή διαπίστωση, ότι το 2008, μετά την ολοκλήρωση των εκλογών σε Τουρκία, Κύπρο και Ελλάδα, προσφέρεται ένα παράθυρο ευκαιρίας, το οποίο είτε θα οδηγήσει σε θετικές εξελίξεις είτε θα δημιουργήσει μεγάλους κινδύνους, στην περίπτωση που ακολουθήσουμε την ίδια στάση που ακολουθούμε και σήμερα. Διότι προβλέπω ότι τότε θα υπάρξει μια έντονη προσπάθεια στήριξης της τουρκοκυπριακής κοινότητας και θα επιχειρηθεί να αποδοθεί νομική οντότητα, χωρίς αναγνώριση, στο καθεστώς των Κατεχομένων. Αυτή θα είναι είτε διπλωματική είτε δικαστική, θα προέλθει δηλαδή από το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης, είτε ακόμη θα προέρχεται από τα Ηνωμένα Εθνη με το θέμα του ψηφίσματος για την ανανέωση της θητείας της UNFICYP.
Βλέπετε, δηλαδή, μία κλιμάκωση των προσπαθειών για αναβάθμιση του τουρκοκυπριακού καθεστώτος…
Εκτός εάν εμείς αναλάβουμε μια έντονη πρωτοβουλιακή πολιτική, με επιθετική διπλωματία, η οποία θα στρέψει την προσοχή όλων προς την κατεύθυνση της επίλυσης του κυπριακού προβλήματος. Εγώ σκοπεύω να πάρω την πρωτοβουλία και να κάνω εκείνο το οποίο θεωρείται κλασικό στα μάτια της διεθνούς διπλωματίας, συναντώντας τον κ. Ταλάτ την πρώτη ημέρα μετά τις εκλογές. Στόχος των επαφών αυτών θα είναι η συμφωνία πάνω σε μέτρα μονομερούς εφαρμογής, τα οποία θα δημιουργήσουν ένα καλύτερο κλίμα στο νησί· η ενεργοποίηση, ενίσχυση και επιτάχυνση της διαδικασίας της 8ης Ιουλίου και, τρίτον, η προετοιμασία του εδάφους για να ξεκινήσουν καθεαυτό διαπραγματεύσεις σε περίοδο μηνών και όχι χρόνων.
Σε ποια βάση μπορεί να γίνει κατά τη γνώμη σας αυτή η προετοιμασία; Η τουρκοκυπριακή πλευρά - και συνακολούθως και η Τουρκία - λένε ότι “εμείς έχουμε πράξει το καθήκον μας, έχοντας αποδεχθεί το σχέδιο Αναν”, κάτι το οποίο υποστηρίζεται και από αρκετούς ξένους αξιωματούχους…
Θα πρέπει να κατανοήσουν και οι ξένοι και οι τούρκοι συνομιλητές μας ότι το σχέδιο Αναν το έχει απορρίψει με μία ισχυρή πλειοψηφία ο κυπριακός λαός και επομένως οποιαδήποτε προσπάθεια επαναφοράς αυτού ή προσομοιάζοντος σχεδίου θα έχει την ίδια τύχη. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ενεργούμε μάταια, τη στιγμή που μπορούμε με νηφαλιότητα και καλή θέληση να επεξεργαστούμε μια λύση που σε επίπεδο κράτους και σε επίπεδο πολιτών να ανταποκρίνεται στα διεθνώς παραδεδεγμένα και σε επίπεδο κοινοτήτων να γίνει με τρόπο που να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες και τις ανησυχίες και των δύο πλευρών. Θα ζητήσω λοιπόν από τον ΓΓ να θέσει υπό την αιγίδα του μια διαδικασία συνομιλιών μεταξύ των δύο κοινοτήτων, αλλά ασκώντας μόνον την εντολή καλών υπηρεσιών, η οποία δεν συνεπάγεται επιδιαιτητικό ρόλο αλλά τη διευκόλυνση των δύο πλευρών να αναζητήσουν μια ενδοκυπριακή λύση η οποία να μην ονομάζεται ούτε “Αναν” ούτε “Μπαν και Μουν” αλλά “λύση Κύπρου.
Κατά τη γνώμη σας ποιοι είναι οι κίνδυνοι εάν διαιωνιστεί η παρούσα κατάσταση;
Κατά τη γνώμη μου ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ένας: η δημογραφική ανατροπή. Τη βλέπω να έρχεται στις γενιές των εγγονιών μας. Σήμερα, εξαιτίας του οικοδομικού οργασμού που υπάρχει στα Κατεχόμενα, έφεραν και άλλους από την Τουρκία ως εργατικά χέρια. Εάν αυτοί παραμείνουν, και με τον ρυθμό των γεννήσεων που υπάρχει εκεί, είναι πιθανόν, όταν έρθει η γενιά των εγγονιών μας, οι Ελληνες να γίνουν μειοψηφία στο νησί. Αυτό πρέπει να μας προβληματίσει όλους, γιατί καμιά φορά λένε οι Κύπριοι “εκείνοι από κει κι εμείς από δω”, να μην καταλήξει σε “εμείς από δω κι εκείνοι παντού.
Και η Τουρκία όμως έχει μια πολύ κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση σε λίγες ημέρες. Θεωρείτε βέβαιο ότι αυτή η αναμέτρηση θα ξεκαθαρίσει τα πράγματα και θα ευνοήσει εξελίξεις στο Κυπριακό;
Δεν είμαι σίγουρος. Είναι πολύ πιθανόν ότι ο κ. Ερντογάν θα βγει ενισχυμένος από πλευράς λαϊκής ψήφου και από κει και μετά, αναλόγως πόσα κόμματα θα μπουν στη Βουλή εξαιτίας του ποσοστού του 10%, θα εξαρτηθεί ο αριθμός των εδρών και ίσως να εκκρεμεί η υπόθεση της εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας. Τότε όμως μπορεί να υπάρξει συμβιβασμός με το λεγόμενο βαθύ κράτος.
Αυτή όμως είναι μια εξέλιξη η οποία οπωσδήποτε δεν θα ευνοήσει ουσιαστικές διεργασίες στο Κυπριακό. Ετσι δεν είναι;
Θα έλεγε κανείς ότι μία ήττα του βαθέος κράτους θα ευνοούσε τις εξελίξεις στο Κυπριακό. Αυτό όμως είναι μια θεωρητική προσέγγιση, η οποία πρέπει να αποδειχθεί.
Για να το αντιστρέψω, υπό ποιες συνθήκες η Τουρκία θα είχε λόγους, από το 2008 και μετά, να είναι εποικοδομητική στο Κυπριακό;
Η Τουρκία αυτήν τη στιγμή αναμένει μία θετική ανταπόκριση από τη διεθνή κοινότητα, είτε λέγεται ΕΕ είτε λέγεται ΗΠΑ, εξαιτίας των διαφόρων προβλημάτων που αντιμετωπίζει. Δηλαδή, αποδίδει σήμερα πολύ μεγαλύτερη σημασία στην εξωτερική της εικόνα από ό,τι τις προηγούμενες δεκαετίες. Πάνω σε αυτό το σημείο είναι που λέω ότι εμείς πρέπει να ξανακερδίσουμε την ηθική υπεροχή την οποία απωλέσαμε όχι εξαιτίας του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος αλλά των χειρισμών οι οποίοι ακολούθησαν, οι οποίοι επέτρεπαν συνεχώς να έχει το “πάνω χέρι” διπλωματικά και διεθνώς η Τουρκία. Από θύματα της εισβολής και κατοχής εξελιχθήκαμε σε θύτες της λεγόμενης απομόνωσης των Τουρκοκυπρίων.
Εχουμε όμως και μία νέα κατάσταση στην ΕΕ, αποκαρδιωτική για την Τουρκία, με τον κ. Σαρκοζί να έχει ξεκαθαρίσει ότι η Τουρκία δεν ανήκει στην Ευρώπη και ότι η Ενωση θα πρέπει σε αυτήν τη φάση να δώσει όλη της την προσοχή στην εμβάθυνση; Επί της αρχής, καταρχάς, αυτή η φιλοσοφία για τα γεωγραφικά όρια της Ευρώπης σας βρίσκει σύμφωνο;
Ως Ευρωπαίος λέω ότι ο κ. Σαρκοζί έχει δίκιο. Μια διεύρυνση του μεγέθους της Τουρκίας θα είναι ένα τεράστιο άλμα για την Ευρωπαϊκή Ενωση, με συνέπειες που θα είναι σίγουρα σε βάρος της ολοκλήρωσης. Ως Κύπριος, όμως, δεν θα ήθελα ποτέ να είμαστε η αιτία για να σταματήσει η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας.
Ελληνοκυπριακές σχέσεις και εκλογές
Οι σχέσεις Αθηνών - Λευκωσίας έχουν σε αρκετές περιπτώσεις δοκιμαστεί τα τελευταία χρόνια και απ’ ό,τι φαίνεται η επιχειρούμενη αποσύνδεση του Κυπριακού από τα Ελληνοτουρκικά, στην πράξη δεν μπόρεσε να λειτουργήσει. Πώς νομίζετε ότι πρέπει να προχωρήσουμε από δω και πέρα; Χρειαζόμαστε ένα νέο δόγμα στις σχέσεις μας;
Για μένα, οι σχέσεις Αθηνών - Λευκωσίας ήταν πάντοτε “μητερο-θυγατρικές”. Δεν είναι ούτε αδελφικές ούτε συμμαχικές, ούτε οτιδήποτε άλλο. Επομένως, ό,τι κάνει η Λευκωσία, είτε θέλει να “φορτώσει” προβλήματα στην Αθήνα είτε δεν θέλει, η Ελλάδα θα το φορτωθεί. Δεν κρίνω τι έγινε κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, είμαι ο τελευταίος που θα βάλω προβλήματα, αλλά πιστεύω ότι είναι ευθύνη της Λευκωσίας να ενεργεί προκαταρκτικά και να θέτει τις κινήσεις της ενώπιον των Αθηνών. Πρέπει λοιπόν οι κινήσεις να τίθενται ενώπιον των Αθηνών, να συζητούνται και εάν είναι δυνατόν να συναποφασίζονται. Αυτό δεν είναι δυνατόν να το επιβάλει η Αθήνα. Ξέρετε, όταν η Αθήνα ήθελε να επιβάλει κάτι, παρά τη θέληση της Λευκωσίας, είχαμε εθνικές τραγωδίες, όπως την περίοδο της χούντας. Οταν η Λευκωσία ενεργεί εν αγνοία της Αθήνας, έχουμε αποτυχίες. Η μόνη φορά που είχαμε θρίαμβο, με την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ, ήταν όταν εργαστήκαμε από κοινού, από την αρχή, με το πνεύμα του “συναποφασίζουμε.
Να έρθουμε στις κυπριακές προεδρικές εκλογές. Εάν εκλεγείτε, ποιες θα είναι οι πρώτες σας κινήσεις;
Οπως σας είπα, η πρώτη μου ημέρα θα αφιερωθεί σε συνάντηση με τον κ. Ταλάτ. Το λέω και το εννοώ. Από κει και πέρα, επειδή δεν θεωρώ τις προεδρικές εκλογές αντιπαράθεση κομμάτων ή παρατάξεων αλλά επιλογή πολιτών μεταξύ του μέλλοντος και του παρελθόντος, σκοπεύω να σχηματίσω μία κυβέρνηση εθνικής συνεργασίας. Εννοώ ότι θα επιλέξω πολιτικά πρόσωπα τα οποία ανήκουν σε όλους τους πολιτικούς χώρους να προσέλθουν με την ατομική τους ιδιότητα και να σχηματίσουν την κυβέρνηση. Για να νιώθει κάθε πολίτης, αναλόγως του ιδεολογικοπολιτικού χώρου στον οποίο ανήκει, ότι εκπροσωπείται σε αυτήν την κυβέρνηση.
